ΜΑ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ;

 

 

 

 



Αυτό το άρθρο γράφεται κατά παράκληση των μαθητών μου, μια και έχει δημιουργηθεί για μια ακόμη φορά αρκετός θόρυβος γύρω από τις επιλογές που έχω κάνει τα τελευταία χρόνια.

Θέμα 1ον) Ναι, έχω δημιουργήσει δικό μου σύστημα, μετά από τόσα χρόνια ενασχόλησης με τις παραδοσιακές πολεμικές τέχνες. (Η επιλογή της λέξης «σύστημα» είναι σκόπιμη, μια και η δραστηριότητα αυτή δεν αντικατοπτρίζεται στα πλαίσια της λέξης «οργάνωση».)

Θέμα 2ον) Ναι, έχω επιλέξει τον όρο «πάμμαχον» για το σύστημα αυτό, αναβιώνοντας μια αρχαία ελληνική λέξη.

Θέμα 3ον) Ναι, συγχρόνως ενέπνευσα τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας πάλης υποταγής και μάχης υποταγής. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό είναι απόδειξη ότι εγώ προσωπικά έχω εγκαταλείψει τις «παραδοσιακές τέχνες» ή τις «εσωτερικές τέχνες» για το καινούργιο φαινόμενο grappling-κλουβιά-mixed martial arts. Ανοησίες. Αλίμονο αν ήταν έτσι τα πράγματα.

Πριν από τρία-τέσσαρα χρόνια, σε internet forum, είχα γράψει ότι είμαι υπέρ των μαχητικών αθλημάτων. Αν θυμάμαι καλά, έγραψα ότι αν κάποιος ήθελε να γίνει απλά μαχητής, αρκούσαν τρία χρόνια κικ-μπόξινγκ με κάποιον σοβαρό δάσκαλο, συν τρία χρόνια Brazilian jujutsu. «Μα πως είναι δυνατόν;» ήταν η αντίδραση του κοινού τότε στη δήλωση μου αυτή.  Το θέμα περιπλέχθηκε από τo γεγονός ότι προσωπικά είχα κάποιες δεκαετίες να ασχοληθώ με τα αθλήματα μονομαχίας, και ότι είμαι δάσκαλος παραδοσιακών (και δη εσωτερικών) πολεμικών τεχνών (Μάλιστα τότε μόλις είχα δημοσιεύσει βιβλία λαϊκής κατεύθυνσης – σήμερα έχουν μεταφραστεί σε επτά γλώσσες – γύρω από τη μελέτη που έκανα σε κλειστή ανατολική παράδοση με κύριο γνώρισμα το φαινόμενο της εσωτερικής ενέργειας). 

Σαφέστατα υπάρχουν υπέρτατα μυστικά στις πολεμικές τέχνες, τα οποία μεταβιβάζονται γενεαλογικά από δάσκαλο σε μαθητή, σ’ αυτούς τους μαθητές που ο δάσκαλος εμπιστεύεται, εκτιμά, και γουστάρει προσωπικά. Έτσι ήταν πάντοτε παγκοσμίως, από τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια μέχρι σήμερα. Δεν διαφέρει η πρακτική αυτή από τον θεσμό του άκρως απόρρητου που χρησιμοποιούν τα εκάστοτε κράτη για να προστατέψουν τα στρατιωτικά μυστικά και τις πολιτικές αποφάσεις τους. Η διαφορά ίσως από τα στρατιωτικά μυστικά είναι ότι τα κριτήρια μετάδοσης για τα μυστικά των πολεμικών τεχνών είναι, ως επί το πλείστον, οικογενειακά, τοπικιστικά, φυλετικά, και εθνικά, με αυτή ακριβώς τη σειρά προτεραιότητας.

Λυπάμαι πολύ, φίλτατοι αναγνώστες, αλλά το να φοράει κανείς μια αναχρονιστική (ή και ανύπαρκτη ιστορικά) στολή και να εκτελεί κινήσεις στηριζόμενες σε πολιτιστικά δρώμενα  περασμένων αιώνων (ή και σύγχρονης έμπνευσης), δεν καθιστά τον εκτελούντα «παραδοσιακό» ή μέρος παράδοσης. Η λέξη παράδοση προέρχεται από το ρήμα παραδίδω, όπως μου έδωσαν δηλαδή οι προηγούμενες γενεές, παραδίδω εγώ στην νεοτέρα. Στερούμενοι μεταφοράς γνώσης, δεν υπάρχει παράδοση. Αμφιβάλλω αν κάποιες κινήσεις που μπορεί να μιμηθεί  κανείς από βίντεο σήμερα μπορούν να χαρακτηριστούν σαν «παράδοση», γιατί απλούστατα δεν έχει υπάρξει γενεαλογία, επιλογή του μαθητού, και προσωπική μεταφορά γνώσης. Είναι σαν να λεει κανείς ότι θα μάθει να πετάει από κασέτες - δύσκολο. Επιπλέον, μια παράδοση οφείλει να εξελίσσεται με το χρόνο για να επιβιώσει – ειδεμή θα παίζαμε ακόμη δημοτικά σε ζουρνάδες αντί για κλαρίνα. Η σημασία μιας παράδοσης είναι η μεταφορά της ουσίας, όχι της τελετουργίας.

Γιατί έχει σημασία αυτή η διευκρίνιση; Διότι, δυστυχώς, η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι ανατολίτες είναι τοπικιστές, ρατσιστές, και εθνικιστές. Τι ποσοστό γνώσης μετέφεραν οι Κινέζοι στους Οκιναβέζους; Τι ποσοστό γνώσης μετέφεραν οι Οκιναβέζοι στους Ιάπωνες, που στο κάτω-κάτω ήταν κατακτητές τους; Πόσοι γνωρίζουν ότι η επίδειξη του Φουνακόσι στο Τόκιο το 1922, έγινε στα πλαίσια προγράμματος πολιτιστικής αφομοίωσης της Οκινάβας από τους στρατοκράτες της τότε Ιαπωνίας, που είχαν απαγορεύσει στους κατοίκους της Οκινάβα (επιτυχημένα) ακόμη και να μιλάνε την τοπική τους γλώσσα! Πόσοι γνωρίζουν ότι το ίδιο πήγαν να κάνουν οι Ιάπωνες στην Κορέα (1900-1945), και ότι το σημερινό Ταεκβοντό ήταν στη συνέχεια μια πολύ έξυπνη στροφή αφομοίωσης του Ιαπωνικού καράτε από τους Κορεάτες και παρουσίασης του σαν τοπικό προϊόν; Οι περισσότερες δημοφιλείς πολεμικές τέχνες σήμερα είναι νεότερης προέλευσης, αποτέλεσμα αποφάσεων εθνικής ανασυγκρότησης και πολιτιστικής προβολής. Όλα αυτά ο σκεπτόμενος άνθρωπος πρέπει να τα αναλογιστεί.

Πόσοι δάσκαλοι και μαθητές παραδοσιακών πολεμικών τεχνών δεν έχουν απογοητευτεί στην πορεία της μαθητείας τους; Αμέτρητες φορές έχω καθίσει με φίλους, γνωστούς δασκάλους πολεμικών τεχνών, ακούγοντας τα παράπονα τους! Πόσοι από αυτούς στράφηκαν σε ιαπωνικές, κορεάτικες, κινέζικες κλπ τέχνες ελπίζοντας ότι θα έβρισκαν το γαλήνιο πρόσωπο του δασκάλου που παρουσίαζε η εικαστική τέχνη, και αντί για αυτόν, συνάντησαν τον μπίζνεσμαν, τον ψυχωτικό, τον ανώμαλο, τον απατεώνα; Ακόμη και όταν έβρισκαν νορμάλ άτομο μπροστά τους, πόσες πόρτες έκλεισε η σκοπιμότητα (και από τις δύο πλευρές), ο εγωισμός, η υπέρμετρη ανάγκη του καθενός μας να πιστεύει ότι είναι πιο έξυπνος από τον άλλον, και η ξενοφοβία;

Ποιος φταιει γι’ αυτό; Ίσως οι συνθήκες διασποράς των πολεμικών τεχνών στη Δύση. Η γενιά μου, η γενιά των σαραντάρηδων (αν και πια βαίνουμε προς το άλλο αναθεματισμένο νούμερο), χάραξε πολλούς δρόμους που ακολούθησαν οι μετέπειτα γενιές. Δεν τραβήξαμε βέβαια τα ζόρια που άντεξαν οι προγενέστερες γενιές των πενηντάρηδων και εξηντάρηδων – αυτοί οι άνθρωποι είναι πράγματι άξιοι θαυμασμού. Συντελέσαμε όμως στο να γίνουν οι πολεμικές τέχνες προσιτές στο σύνολο της κοινωνίας σήμερα. Οι δάσκαλοι της ανατολής δεν είχαν φθάσει σε σημείο ακόμη στη δεκαετία του ’70 να εμπιστευτούν πλήρως την κοινωνία της Δύσης - έπρεπε λοιπόν να τους πείσουμε να μοιραστούν τη γνώση τους μαζί μας. Το αντίθετο βέβαια συμβαίνει σήμερα, όπου οι δάσκαλοι της ανατολής πέφτουν ο ένας πάνω στα πόδια του άλλου μπας και προλάβουν να αρπάξουν κανένα φράγκο παραπάνω στο ασύστολο κυνήγι του χρήματος που λέγεται διδασκαλία πολεμικών τεχνών στη νέα χιλιετηρίδα. Αλλά πόση γνώση «παραδίδουν» πραγματικά στους πελάτες τους σήμερα οι δάσκαλοι αυτοί;

Αν δεν έχει υπάρξει συστηματική παράδοση γνώσης, σαφέστατα είναι καλύτερα για το μαθητή να ασχολείται με μαχητικό άθλημα παρά με πολεμική τέχνη.

Ας γυρίσουμε όμως στο πρώτο θέμα, το γεγονός ότι έχω ιδρύσει δικό μου σύστημα. Πέρα από τις εκάστοτε τέχνες που έχω μελετήσει επιφανειακά (για 2-3 χρόνια δηλαδή), ουσιαστικά, από το 1981, η κύρια προσωπική μου ενασχόληση με τις πολεμικές τέχνες ανάγεται σε δύο συστήματα (κατά κάποιους σε τρία, αλλά έστω), με γενεαλογία που τεκμηριώνεται, (ανεπαρκώς κατά κάποιους ερευνητές, επαρκώς κατ’ άλλους), για τουλάχιστον 400 χρόνια. Επιπλέον, διατέλεσα μαθητής κορυφαίου οπλολόγου και ερευνητή. Η μαθητεία μου αυτή έλαβε χώρα πριν τα εν λόγω άτομα γίνουν διάσημοι (μάλιστα συντέλεσα σαν συγγραφέας στη δημοσιότητα τους). Αναφέρω αυτή τη διάκριση διότι η ύπαρξη «παράδοσης» γνώσης είναι πιθανότερη για συναισθηματικούς λόγους, πριν από την προοπτική κονόμας λόγω διασημότητας.

Οι δρόμοι μου χώρισαν με τον πρώτο μου δάσκαλο όταν διαφώνησα (ευγενικά, τυπικά, ανοιχτά, εγγράφως και δημοσίως) με τη γενικότερη οικονομική του στρατηγική προώθησης βαθμών και αξιωμάτων σε ακατάλληλα άτομα. Επιπλέον, διαπίστωσα ότι ο δικός του δάσκαλος είχε παρουσιάσει ανύπαρκτες γενεαλογίες για να προωθήσει την προσωπική του εμπειρία στις πολεμικές τέχνες (πέρα από την τεκμηριωμένη γενεαλογία), πράγμα ίσως απαραίτητο βάση των πολιτικών δρώμενων της εποχής του. Σήμερα, ο πρώην δάσκαλος μου αυτός έχει 150.000 μέλη στην οργάνωση του, και, μια και μου είχε προταθεί τότε εγγράφως ανώτερο αξίωμα με θέμα την γενικότερη εποπτεία της νοτίου Ευρώπης, σαφέστατα (οικονομικά) μπορώ να περιγραφτώ με την τόσο δημοφιλές στην Ελλάδα λέξη μου αρχίζει με «μ» και τελειώνει σε «ς». Ποτέ όμως δεν μπορούσα να εκμεταλλευτώ τους μαθητές μου.

Ο δεύτερος μου δάσκαλος, αφού είχα ιδρώσει και φωνάξει και δημοσιεύσει κείμενα για οχτώ χρόνια, και αφού είχα φτάσει στο επίπεδο που είχε προκαθορίσει χρόνια πριν εν αγνοία μου, και αφού με συνεχάρη για τους κόπους μου, μου ανακοίνωσε, πολύ ευγενικά, ότι δεν μπορούσε να μου διδάξει παραπάνω (ούτως ώστε να αποκτήσω τις εντυπωσιακές ικανότητες των πρεσβύτερων συμμαθητών μου), διότι δεν ήμουν Κινέζος. Όταν, πολύ ευγενικά επίσης, του είπα αντίστοιχα ότι δεν μπορούσα να δεχτώ διακρίσεις στηριγμένες σε φυλετικά πλαίσια, μου εξήγησε με τη σειρά του (πολύ ευγενικά) ότι αυτός ήταν από παλιά ο κανόνας της γενεαλογίας του, και ότι θα έπρεπε να θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, αφού ήδη είχε κάνει τρομερές παραχωρήσεις, διδάσκοντας, τόσο σε εμένα όσο και στους μαθητές μου, αυτά που είχε «παραδώσει».

Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να ιδρύσω προσωπική μου γενεαλογία, όπου σκοπεύω να μοιραστώ ότι έχω αποκομίσει σε 27 χρόνια σοβαρής μαθητείας στις πολεμικές τέχνες και την οπλολογία (και 35 χρόνια γενικότερης ενασχόλησης), γενεαλογία χωρίς φυλετικές ή εθνικιστικές διακρίσεις, χωρίς πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες. 

Η επιλογή του ονόματος «πάμμαχον» έχει άμεση σχέση με την προοπτική αυτή. Σαφέστατα, ο όρος «πάμμαχον» χρησιμοποιούνταν από τους αρχαίους Έλληνες για να περιγράψουν την πολεμική τους τέχνη (σε αντίθεση με το μαχητικό άθλημα τους μάχης υποταγής, το παγκράτιο, που διαφοροποιείται κινησιολογικά). Εδώ και 20 χρόνια ασχολούμαι με την οπλολογία, τη μελέτη δηλαδή της ιστορίας των πολεμικών τεχνών. Κατά τη διάρκεια των ερευνών μου, διαπίστωσα ότι μία από τις κύριες διαφορές μεταξύ πολεμικής τέχνης και μαχητικού αθλήματος, είναι ότι η πολεμική τέχνη βασίζεται στη μάχη με πανοπλία. Ο ασκούμενος δηλαδή χρησιμοποιεί την ίδια κινησιολογία, είτε είναι ένοπλος, είτε άοπλος, είτε φέρει θωράκιση, είτε όχι. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι παγκόσμιο και διαχρονικό, ακόμη και σήμερα. Μελετώντας το αρχαιολογικό αρχείο λοιπόν, τεκμηρίωσα τη διαχρονική ουσία των ανατολικών πολεμικών τεχνών που φοιτούσα στα χρόνια αυτά.  Τις ίδιες τεχνικές, την ίδια κίνηση, τις ίδιες αναπνευστικές ασκήσεις, χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι αρχαίοι Μεσοποτάμιοι, οι αρχαίοι Ρωμαίοι, οι ιππότες του Μεσαίωνα, οι ιππότες του Ισλάμ, και οι Ινδοί κσατρίγια, για να αναφέρουμε λίγους. Άρα το «πάμμαχον», πέρα της σημασίας της λέξης στα ελληνικά ως «ολική μάχη», είναι και παν-μαχον, δηλαδή υπήρξε παγκοσμίως σε όλη την επικράτεια και εμβέλεια της ανθρώπινης ιστορίας, χωρίς εξαίρεση. Και σαν συνέπεια είναι κληρονομιά όλων των λαών.

Έχω γράψει σε προηγούμενα άρθρα τόσο για τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για να εντοπιστούν οι κοινές τεχνικές, όσο και για την ιστορική έρευνα γύρω από το πάμμαχον, οπότε δεν χρειάζεται να αναπτύξω το θέμα περαιτέρω. Θα ήθελα όμως να εστιάσω σε δύο σημεία:

Α) Η ύλη που υπάρχει στο πάμμαχον είναι αποτέλεσμα τόσο γενεαλογίας όσο και ιστορικής έρευνας. Η κινησιολογική και τεχνική βάση στηρίζεται δηλαδή στην εκπαίδευση που έλαβα από δύο (ίσως και τρεις) γενεαλογίες 400 χρόνων. Υπάρχει δηλαδή «παράδοση» στο θέμα.

Β) Η ιστορική έρευνα που κάναμε στηρίζεται στη μεθοδολογία που ανέπτυξε άτομο που όλοι αναγνωρίζουν σαν αυθεντία στη μελέτη της μάχης κοντινής εμβέλειας της Μεσαιωνικής Ευρώπης.  Γνωρίζω ότι η έρευνα αυτή είναι ακριβέστατη για τον εξής τιμητικό λόγο: Πρόσφατα μας επισκέφτηκε από την Αμερική παλιός μου δάσκαλος του Τζούντο, καθηγητής πανεπιστημίου στην Κοινωνιολογία και Κινησιολογία. Ο άνθρωπος έχει βγάλει πρωταθλητές τζούντο και ζιουζίτσου Βορείου Αμερικής (ΗΠΑ και Καναδά). Αφ΄ ενός μεν μας τίμησε δηλώνοντας επανειλημμένα ότι το τεχνικό επίπεδο που έβλεπε ήταν σαφέστατα ανώτερο από το δικό του (και έχει στη διάθεση του ότι μπορεί να προσφέρει η Αμερική), αφ’ ετέρου δε η υπό δημοσίευση ιστορική έρευνα που του παρουσιάσαμε, τον συγκλόνισε τόσο πολύ, που προσέφερε διδακτορικό για την ολοκλήρωση της.

Τώρα, όσο αφορά το τρίτο θέμα, το ότι έχω εμπνεύσει τη δημιουργία Ομοσπονδίας Μάχης και Πάλης Υποταγής, σαφέστατα και αυτό είναι αλήθεια. Είχα σταματήσει να διδάσκω επισήμως το 1994. Από τη στιγμή που αποφάσισα να αρχίσω ξανά (2002), έπρεπε να σκεφτώ την πρόοδο των μαθητών μου. Πιστεύω ότι η παράλληλη ή προγενέστερη ενασχόληση με μαχητικό άθλημα είναι απαραίτητη για να κατανοήσει κανείς τις πολεμικές τέχνες. Όπως είδαμε, δεν είναι καινούργια η θέση μου αυτή.

Ελπίζω το άρθρο αυτό να κατευνάσει λίγο τους ψιθύρους που, απ΄ ότι φαίνεται,  ενοχλούν τους μαθητές μου (προσωπικά ακολουθώ τη ρήτρα του Oscar Wilde: the only thing worse than being talked about, is not being talked about). Όσο για το πάμμαχον, θα ήθελα να κλείσω κλέβοντας για μια ακόμη φορά ατάκα από το Νεκτάριο Λυκιαρδόπουλο. Όταν τον ρώτησε κάποιος επισκέπτης στο φόρουμ του, τι ήταν το πάμμαχον και αν είχε τίποτα καινούργιο να υποδείξει σαν πολεμική τέχνη, η απάντηση του ήταν σαφής και άμεση:

«Θα ξεκινήσω την απάντηση μου από το τελευταίο σκέλος της ερώτησης σου...αν το

πάμμαχον έχει να υποδείξει κάτι το καινούργιο... Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με τις υπόλοιπες μαχητικές τέχνες, αυτοάμυνες, κτλ με το πάμμαχον, ότι το πάμμαχον ΔΕΝ έχει τίποτα καινούργιο να υποδείξει!!! Το πάμμαχον σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που νομίζουν ότι κάνουν μαχητικές τέχνες, ακολουθεί και διατηρεί μια παράδοση,  την τεχνοτροπία και την φιλοσοφία, που ακολουθεί ο άνθρωπος αιώνες τώρα, χιλιάδες χρόνια για να μάχεται

 

Ευχαριστώ, Νεκτάριε.